Ο τηλεοπτικός δημοσιογράφος, στάζει σκληρή ειρωνεία για τις δικαιολογίες που προέβαλε ο «ράπερ», ενώ από τα πυρά του δεν ξεφεύγει ούτε ο πατέρας του γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, Στάθης Σχινάς τον οποίο αποκαλεί «χρηματιστή-αναλυτή που μεγαλούργησε την εποχή Σημίτη».
Διαβάστε το άρθρο του Κ. Μπογδάνου όπως δημοσιεύτηκε στο marketnews.gr
Ο Ιάσονας Παπαδόπουλος-Σχινάς γεννήθηκε το ’88 και αποφεύγει την ονομαστική «Ιάσων». Γυρίζει τα βίντεο για τα οργισμένα ραπ κομμάτια του στο σπίτι όπου μεγάλωσε στη Μεταμόρφωση, ανάμεσα στους στολισμένους με άπειρες κορνίζες τύπου TSITOURAS τοίχους ενός χλιδάτου διώροφου, τριγυρισμένος από βαριά ξύλινα έπιπλα, βιβλιοθήκες με δερματόδετους τόμους, μαρμάρινο τζάκι, γλυπτά έργα τέχνης, σκαλιστά χρυσά κηροπήγια και πολυθρόνες chesterfield. Κατά τα άλλα, ο δευτερότοκος γόνος του Στάθη Σχινά, χρηματιστή-αναλυτή με αριστερές περγαμηνές, που μεγαλούργησε την εποχή Σημίτη, καδράρει το πλάνο πάνω σε ασημοποίκιλτο σταχτοδοχείο τίγκα στην ποιητική γόπα και πίνει ουίσκι – για να πάνε κάτω τα φαρμάκια της ταξικής αγανάκτησης – από κρυστάλλινο ποτήρι και με φόντο το βιντεοτηλέφωνο της εξώπορτας. Αν σερνόταν στα πατώματα για πιο πολύ εφέ, θα κυλούσε το επαναστατημένο σαρκίο του πάνω σε χειροποίητο χαλί από τη μακρινή Οξιανή, όπου δρουν οι φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι.
Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αποπνέει θλίψη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δεύτερο. Δεν είναι, όμως, η αισθητική Βασίλη Καζούλη και τύπου «κάτι να γυαλίζει», πλήρης με την πορσελάνινη κούκλα και τον σαλτιμπάγκο της, ούτε το φούμο κάτω από τα μάτια τουwannabe νταρκά μοσχαναθρεμμένου, που εξοργίζουν. Είναι πως η όλη θλιβερή και ξεπερασμένη παράσταση, που πλαισιώνει σαν καλλιτεχνικό πετράδι το πολιτικό στέμμα ενός ακόμα άεργου νεολαίου «αγωνιστή» (εξελισσόμενου προφανώς κατά το πρότυπο του ηγέτη του), στήνεται στο όνομα κάποιων κοινωνικών αγώνων περασμένων γενεών, ενός υποτιθέμενου αριστερού ηθικού πλεονεκτήματος, μιας λάθρα οικειοποιημένης κινηματικής ορμής. Το αποδεικνύει η απάντηση του ΙΠΣ (ακόμα και το επιτηδευμένο ονοματεπώνυμό του κουράζει), όταν βρίσκει τον εαυτό του κατηγορούμενο για τον διορισμό δικών του ανθρώπων ως μετακλητών υπαλλήλων σε γραφεία υπουργών του κόμματός του.
Ο ΙΠΣ δεν μπαίνει καν στον κόπο να αναφερθεί στην ουσία της υπόθεσης: Τους τρεις καραμπινάτους διορισμούς, της μητέρας, του αδελφού και της φίλης του. Αποκαλεί αυτόματα ρουφιάνους εκείνους που τόλμησαν να ανασκαλέψουν το θέμα και ξεκινά την παράθεση των καταβολών της ύπαρξής του, που ως γνήσια πριγκηπική ενσάρκωση αντανακλά το είναι των προγόνων του, των οποίων αποτελεί ευγενή συνέχεια και εκβολή. Δεν αισθάνεται καμίαν ανάγκη, να απολογηθεί για τα πεπραγμένα του, διότι κατέχει το ιδεολογικό ακαταλόγιστο. Αποκρίνεται με το εμβληματικό ύφος της έπαρσης: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Μέσα σε λίγες παραγράφους καταφέρνει να χωρέσει όλο το λεξιλόγιο των εμφυλιακών παθών, που όσοι έζησαν στην πραγματικότητα τα προσεγγίζουν με σεβασμό και αιδώ, όχι με τον ξεδιάντροπο τρόπο του κακομαθημένου παιδιού – που τσεπώνει τα χαρτονομίσματα από το παχύ πορτοφόλι του μπαμπά χωρίς να ξέρει τί θα πει βιοποριστικός κόπος, παρά μόνο γενική συνέλευση συν χαρτζιλίκι από κομματικά έντυπα.
Με σπουδή που μαρτυρά τύπο που έχει καθίσει με χαρτί και μολύβι και σημείωσε λέξεις-κλειδιά για να μην ξεχάσει τίποτα, ο ΙΠΣ αραδιάζει την ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ, τη Μακρόνησο, τον εμφύλιο, την ΕΔΑ, το Πολυτεχνείο, την ΟΜΛΕ, τη δικτατορία, το «δυναμικό φοιτητικό κίνημα», την ΕΦΕΕ, τον 815, τον Κουμή και την Κανελλοπούλου, την ΠΠΣΠ, το ΚΚΕ-ΜΛ, το χημείο, την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, την ΚΝΕ, το Ρήγα. Κι επειδή, παρά την αυταρέσκειά του, συνειδητοποιεί πως δεν έχει ζήσει τίποτα από όλα αυτά, σπεύδει να παραθέσει και τα προσωπικά διαπιστευτήριά του, στο πλαίσιο όσων αποκαλεί «αγώνες της γενιάς του». Για τον Ιάσονα, αυτοί είναι: Οι καταλήψεις, το κίνημα των πλατειών και ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ (τον γράφει με κεφαλαία). Με άλλα λόγια; Α) Η πρακτική που επιδείνωσε το ήδη βεβαρυμμένο εκπαιδευτικό περιβάλλον της χώρας νομιμοποιώντας τον τραμπουκισμό και το ραχατιλίκι. Β) Η μόδα της αγανάκτησης που ανέδειξε τον ελληνάρα της Χρυσής Αυγής, του λιντσαρίσματος και του «ΠΣΟΦΑ». Γ) Ο παράδεισος των αντεξουσιαστών, του «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι», του παρακράτους και όλων όσοι φτιάχνονται με τη μυρωδιά του καμμένου κάδου και της πυρπολημένης πόλης.
Υ.Γ. : Διά του λόγου το αληθές:
Κωνσταντίνος Μπογδάνος
Πηγή:iefimerida.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου