Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ρωμανός μιλά για τη γνωριμία του με τον Γρηγορόπουλο: «Στα 14 μας είχαμε την πρώτη επαφή με τους αναρχικούς{.. όλη την ημέρα αλητεύαμε σε πάρκα και πλατείες»




Στο νέο κείμενό του μέσα από τις φυλακές, ο Νίκος Ρωμανός δεν περιγράφει μόνο τη νύχτα της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, αλλά μιλά και για τη γνωριμία τους, την κοινή τους πορεία και εξηγεί πώς οι δυο τους προσχώρησαν στον αντιεξουσιαστικό χώρο.

«Με τον Αλέξανδρο γνωρίστηκα στο σχολείο, αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα καθώς μέναμε σχετικά κοντά. Ήταν ένας άνθρωπος που σιχαίνονταν τους καθωσπρεπισμούς και την υποκρισία που επικρατούσε στο σχολικό μας περιβάλλον. Πάντα έψαχνε να βρει διεξόδους απέναντι σε αυτή την συνθήκη και κάπου εκεί ταίριαξαν τα χνώτα μας. Γνωριστήκαμε καλά μέσα από τις κοπάνες που κάναμε δραπετεύοντας από την ρουτίνα της σχολικής πλήξης, τους ατελείωτους περιπάτους μας εξερευνώντας άγνωστα για εμάς σημεία της πόλης , τις καθημερινές μας κουβέντες και τις συζητήσεις μας για όλα όσα μας προβλημάτιζαν. Ο καιρός περνούσε και εμείς συνεχίζαμε να βαδίζουμε σε μονοπάτια διευρυμένων αναζητήσεων και έντονων αμφισβητήσεων για τον κόσμο που μας περιτριγύριζε», γράφει μεταξύ άλλων.

Μάλιστα προσθέτει ότι «γύρω στα 14 είχαμε την πρώτη μας επαφή με τους αναρχικούς, μας άρεσε όταν βλέπαμε στην τηλεόραση εικόνες από συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας. Εξάλλου για εμάς που όλη την ημέρα αλητεύαμε σε πάρκα και πλατείες δεν ήταν και δύσκολο να αντιπαθήσουμε την αστυνομία».

Το πρώτο  -μεγάλο μέρος του νέου κειμένου  του Νίκου Ρωμανού έχει ως εξής:
«Σήμερα θα ξεκινήσω να μιλάω για να πω αυτά που πρέπει να αποτυπωθούν ως μια αυθεντική κατάθεση ψυχής στην επαναστατική μνήμη. Την δική μου κατάθεση ψυχής για ένα γεγονός το οποίο αποτέλεσε τον πυροκροτητή για την εντατικοποίηση της ένοπλης εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα της εξουσίας. Ένα γεγονός το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στην δημιουργία ενός σημείου χωρίς επιστροφή για όσους οπλίστηκαν και φόρτωσαν στις βαλίτσες τους όνειρα και ελπίδες για έναν κόσμο ελευθερίας, σε μια τέτοια βαλίτσα φόρτωσα και εγώ το μίσος μου μαζί με ρούχα και μερικά ενθύμια και έφυγα οριστικά από το σπίτι μου μια μέρα πριν η αστυνομία εισβάλει για να με εντοπίσει και να με πάει σιδηροδέσμιο να καταθέσω στο δικαστήριο των μπάτσων- δολοφόνων.
  Έβαλα φωτιά στις γέφυρες της παρελθοντικής μου ζωής και πέρασα στις γραμμές του παράνομου αναρχικού αγώνα.
 Παρότι ήμουν δεκαέξι χρονών είχα πλήρη επίγνωση των πράξεων μου και γνώριζα ότι αν και είχα πολύ μεγαλύτερο ηθικό ανάστημα από ότι όλα αυτά τα γελοία ανθρωπάκια που βρισκόντουσαν σε αυτή την αίθουσα, δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα να ειπωθούν όλα όσα πρέπει, δεν ήταν ούτε ο κατάλληλος χρόνος, ούτε εγώ ήμουν πραγματικά έτοιμος συνειδησιακά να σηκώσω ένα τέτοιο ιστορικό βάρος. Για αυτό και προτίμησα να σιωπήσω και να αφοσιωθώ στον πόλεμο εναντίων της εξουσίας, στον ίδιο πόλεμο που εφτά χρόνια μετά βρίσκομαι στην ίδια θέση μάχης ως αιχμάλωτος. Ένα ιστορικό βάρος που απέφυγα προσωρινά αλλά ποτέ δεν αποποιήθηκα και θα το σηκώσω τώρα.

Το δικαστήριο στο οποίο αρνήθηκα να παρευρεθώ αλλά και αυτό που θα ακολουθήσει επιχειρούν να βάλουν ένα τέλος με την μορφή της θεσμικής επικύρωσης σε μια πτυχή της ανατρεπτικής ιστορίας, μια πτυχή που ντρόπιασε την δημοκρατία καθώς ανέδειξε το άρωμα του θανάτου που σέρνει πίσω της. Η συγκεκριμένη πτυχή, αναπόσπαστο κομμάτι μιας ιστορίας που θα υπάρχει όσο οι καταπιεσμένοι θα εξεγείρονται ενάντια στους καταπιεστές τους, διαδραματίστηκε ένα βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 στην συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλα στα Εξάρχεια.
Αυτά που θα πω σε καμία περίπτωση δεν λέγονται ώστε να διευκολύνουν τους δικαστικούς μηχανισμούς να εκδώσουν μια μελλοντική δίκαιη ετυμηγορία. Δεν πιστεύω ούτε στους νόμους, ούτε στα δικαστήρια, ούτε στις φυλακές που υψώνονται απειλητικές για να πειθαρχήσουν όσους αποκλίνουν από την έννομη τάξη θάβοντας τους ζωντανούς ανάμεσα σε τσιμέντο και κάγκελα.

Έχω το θάρρος να πιστεύω στην δύναμη του ελεύθερου ανθρώπου, στην δυνατότητα του αυτοκαθορισμού του μέσα σε έναν κόσμο καθολικής υποταγής, στην προοπτική της αναρχικής επανάστασης και στην πρακτική της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης.

Θα ξεκινήσω την αφήγηση μου με γνώμονα να απευθυνθώ στην ιστορία, να σταθώ αντάξιος απέναντι της, να συμβάλω στην δημιουργία μιας καθαρής παρακαταθήκης που δεν θα λερώνει την μνήμη των νεκρών μας, να στείλω ένα αντάρτικο σινιάλο σε εκείνους που ενδιαφέρονται να γίνουν οι δράστες που θα διαμορφώσουν την εξέλιξη της όπως της αρμόζει. Με συνεχή αγώνα, με όλα τα μέσα, με πάθος για την ελευθερία και μίσος για όσους συντηρούν την νέα τάξη πραγμάτων βαμμένη στο αίμα όσων αντιστάθηκαν στην παντοδυναμία της.

Το κύκνειο άσμα για την φιλία μου με τον Αλέξανδρο ξεκινάει...Με τον Αλέξανδρο γνωρίστηκα στο σχολείο, αρχίσαμε να κάνουμε πολύ παρέα καθώς μέναμε σχετικά κοντά. Ήταν ένας άνθρωπος που σιχαίνονταν τους καθωσπρεπισμούς και την υποκρισία που επικρατούσε στο σχολικό μας περιβάλλον. Πάντα έψαχνε να βρει διεξόδους απέναντι σε αυτή την συνθήκη και κάπου εκεί ταίριαξαν τα χνώτα μας.
 Γνωριστήκαμε καλά μέσα από τις κοπάνες που κάναμε δραπετεύοντας από την ρουτίνα της σχολικής πλήξης, τους ατελείωτους περιπάτους μας εξερευνώντας άγνωστα για εμάς σημεία της πόλης , τις καθημερινές μας κουβέντες και τις συζητήσεις μας για όλα όσα μας προβλημάτιζαν. Ο καιρός περνούσε και εμείς συνεχίζαμε να βαδίζουμε σε μονοπάτια διευρυμένων αναζητήσεων και έντονων αμφισβητήσεων για τον κόσμο που μας περιτριγύριζε.

Γύρω στα 14 είχαμε την πρώτη μας επαφή με τους αναρχικούς, μας άρεσε όταν βλέπαμε στην τηλεόραση εικόνες από συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, ήταν κάτι που με τις άγουρες αντιλήψεις μας που είχαμε αρχίσει να σχηματίζουμε το θεωρούσαμε ως έναν τρόπο αντίστασης στην καθημερινή αδικία των κοινωνικών ανισοτήτων. 
Εξάλλου για εμάς που όλη την ημέρα αλητεύαμε σε πάρκα και πλατείες δεν ήταν και δύσκολο να αντιπαθήσουμε την αστυνομία ακόμα και από ένστικτο μπορούμε να πούμε. Είχαμε δει τους μπάτσους να ξεφτιλίζουν μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας, είχαμε δει τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόντουσαν στους τοξικό-εξαρτημένους και στους άστεγους προσβάλλοντας τους. Αυτά βέβαια είναι πράγματα που με μερικές βόλτες στο κέντρο της Αθήνας μπορεί να δει ο καθένας. Η αντίφαση που βιώναμε όμως ήταν όταν τους βλέπαμε να υποκλίνονται και να γλύφουν τους πλούσιους εκεί που μέναμε. Εκεί καταλάβαμε πραγματικά τι διπρόσωπα σκουλήκια και θρασύδειλοι είναι αυτή η σιχαμένη φάρα.

Έτσι πήραμε την απόφαση να κατέβουμε μαζί σε μια πορεία να δούμε από κοντά όλα αυτά τα οποία παρατηρούσαμε και για τα οποία είχαμε αναπτύξει ένα έντονο ενδιαφέρον. Έτσι και έγινε θυμάμαι ακόμα η πρώτη πορεία που είχαμε κατέβει ήταν εκείνη της 17ης Νοεμβρίου το 2007. Τότε είχαν υπάρξει συγκρούσεις με τους μπάτσους στις οποίες είχαμε συμμετάσχει και εμείς. Βέβαια τότε είμασταν πολύ διστακτικοί, απλός ακολουθούσαμε και αντιγράφαμε τις κινήσεις των ανθρώπων που συγκρούονταν με την αστυνομία. Είδαμε από κοντά άσχετους ανθρώπους να τσακίζονται στο ξύλο από τους ΜΑΤατζίδες, νιώσαμε την ασφυξία που προκαλούν τα δακρυγόνα και βιώσαμε για πρώτη φορά την αστυνομική καταστολή των διαδηλώσεων. Μόλις τελείωσε η πορεία κατεβήκαμε στα Εξάρχεια όπου καθίσαμε μέχρι αργά το βράδυ συζητώντας τα γεγονότα με έναν ενθουσιασμό για αυτό που μόλις είχε γίνει. Τον ενθουσιασμό που νιώθουν όλοι οι άνθρωποι όταν αρχίζουν να έρχονται σε επαφή με την αυθεντική πλευρά της ζωής.

Ένα σημαντικό σημείο αναφοράς υπήρξε για εμάς η αντιφασιστική πορεία στις 2 Φεβρουαρίου του 2008, τότε είχε καλεστεί συγκέντρωση από την Χρυσή Αυγή για τα Ίμια και οι αναρχικοί είχαν καλέσει σε αντισυγκέντρωση με στόχο να συγκρουστούν με τους φασίστες.

Είμασταν και εμείς εκεί και είδαμε τους φασίστες να βγαίνουν πίσω από τις γραμμές των ΜΑΤ για να μαχαιρώσουν συντρόφους, είδαμε τα γουρούνια της αστυνομίας να συντονίζουν τις εφόδους τους μαζί τους. Είδαμε συντρόφους να μαχαιρώνονται και φασίστες να τσακίζονται από τα τσεκούρια και τα παλούκια των συντρόφων. Και για να μην ξεχνιόμαστε οι άνθρωποι που βρισκόντουσαν στην εμπροσθοφυλακή των φασιστών είναι τώρα βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου, αναφέρομαι στον Ηλία Παναγιώταρο, τον Γιάννη Λαγό και τον Ηλία Κασιδιάρη πριν αποκηρύξουν το παρελθόν τους και επικαλεστούν την νομιμότητα και την δημοκρατία.

Μόλις τελείωσε η συμπλοκή με τους φασίστες και τους μπάτσους κλειστήκαμε στην Πρυτανεία και περιμέναμε μέχρι το βράδυ όπου και αποχωρήσαμε συντεταγμένα με πορεία. Η πορεία τότε είχε χτυπηθεί από την πρώτη στιγμή που στάθηκε στον δρόμο από τους μπάτσους και είχαν υπάρξει προσαγωγές, συλλήψεις και τραυματισμοί.

Από τότε σχεδόν σε καθημερινή βάση κατεβαίναμε στα Εξάρχεια και αρχίσαμε να έχουμε επαφές με ανθρώπους που σύχναζαν και αυτοί εκεί. Ξεκινήσαμε να διαβάζουμε αναρχικά έντυπα, να ενημερωνόμαστε από σελίδες αντιπληροφόρησης, να συχνάζουμε σε καταλήψεις όπως η Βίλα Αμαλίας και Πραποπούλου. Ταυτόχρονα συμμετείχαμε και σε όλες τις διαδηλώσεις εκείνης της περιόδου που αφορούσαν τις μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και τα φοιτητικά ενάντια στον γνωστό νόμο πλαίσιο με μοναδικό κίνητρο τις συγκρούσεις και τις αναταραχές στον δρόμο στις οποίες συμμετείχαμε κάθε φορά με μεγαλύτερη θέληση και αποφασιστικότητα.

Την ίδια περίοδο μαζί με κάποιους άλλους μαθητές δημιουργήσαμε μια αναρχική συλλογικότητα με το όνομα αναρχική επίθεση μαθητών και κάναμε και κάποιες συνελεύσεις με θέμα τα σχολεία και τον ρόλο της εκπαίδευσης στην λειτουργία της κοινωνικής μηχανής.

Θυμάμαι επίσης λίγες μέρες πριν την 17η Νοεμβρίου του 2008 είχαμε συμμετάσχει στην επίθεση στην νεολαία του ΠΑΣΟΚ που τότε είχε τα γραφεία της στα Εξάρχεια. Το περιστατικό είχε διαρκέσει αρκετή ώρα γιατί οι ΠΑΣΠΙΤΕΣ είχαν προσλάβει κάτι μπράβους για να τους προστατεύουν όπως είχαν κάνει και τα προηγούμενα χρόνια στις πορείες της 17Ν όπου μάλιστα οι μπράβοι τους είχαν επιτεθεί σε αναρχικά μπλοκ και ουσιαστικά η αντιπαράθεση δεν ήταν με την νεολαία του ΠΑΣΟΚ αλλά με τους μπράβους που φύλαγαν τα γραφεία τους. Στο τέλος καταφέραμε να φτάσουμε μέχρι τα γραφεία τους και όσοι δεν πρόλαβαν να κλειδωθούν μέσα δέχθηκαν την περιποίηση που τους αναλογούσε με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα ο φοιτητής της ΠΑΣΠ που κρατούσε την σημαία του Πολυτεχνείου να είναι με σπασμένο χέρι σε όλες τις φωτογραφίες που κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Το επόμενο γεγονός που ανασύρω από την μνήμη μου είναι στην συγκέντρωση αλληλεγγύης στα δικαστήρια της Ευελπίδων για τους τότε φυλακισμένους αναρχικούς Τσουραπά και Κοντορεβυθάκη που δικαζόντουσαν για εμπρηστική επίθεση σε γραφεία της δημοτικής αστυνομίας, μόλις τελείωσε το δικαστήριο οι αλληλέγγυοι που βρισκόμασταν εκεί φύγαμε πεζοί προς τα Εξάρχεια, στο ύψος του Πεδίον του Άρεως έγινε συμπλοκή με δυο μπάτσους από την ομάδα Ζ από τους οποίους πάρθηκαν και τα κράνη που είχαν αφήσει πάνω στις μηχανές τους, κατά την διάρκεια της συμπλοκής τότε οι μπάτσοι είχαν τραβήξει όπλα και πυροβόλησαν αρκετές φορές όχι μόνο στον αέρα αλλά και σημαδεύοντας κόσμο για να μας τρέψουν σε φυγή.

Επόμενο καρέ σε αυτή την αφήγηση είναι εκείνη η καταραμένη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου. Καθόμουν εγώ, ο Αλέξανδρος και κάποια άλλα παιδιά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου όπως κάναμε σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Μετά από λίγη ώρα ήρθε ένας σύντροφος και μας πρότεινε να πάμε στην Χαριλάου Τρικούπη να περιμένουμε να περάσει κάποιο περιπολικό για να του πετάξουμε κάτι πέτρες που είχε μαζέψει. Όντως λοιπόν πήγαμε και περιμέναμε ενώ ο Αλέξανδρος καθόταν πιο πίσω. Μετά από λίγη ώρα πέρασε το περιπολικό με τον Κορκονέα και τον Σαραλιότη.

Χωρίς να το ξέρω το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει για όλους μας, ήταν η στιγμή που θα άλλαζε τα πάντα. Η κλεψύδρα της ζωής γύρισε την στιγμή που η πέτρα έπεφτε πάνω στο περιπολικό του Κορκονέα. Στην συνέχεια γυρίσαμε και καθίσαμε στον πεζόδρομο μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά ενώ ο Κορκονέας με τον Σαραλιώτη πέρασαν με το περιπολικό από την Ζωοδόχου Πηγής για να δουν ποιοι τους επιτέθηκαν εκεί ξαναπετάχτηκαν από μας προς το περιπολικό κάποια μικροαντικείμενα, αφού λοιπόν είδαν την παρέα μας πήγαν πάρκαραν το περιπολικό στην διμοιρία των ΜΑΤ που φυλούσε τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ και κατέβηκαν πεζοί στην συμβολή των οδών Τζαβέλα και Ζωοδόχου Πηγής.

Μόλις είδαμε τους μπάτσους σηκωθήκαμε για να φύγουμε καθώς πιστέψαμε ότι μαζί με αυτούς θα είχε έρθει και η διμοιρία των ΜΑΤ όπως γίνετε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. Εκείνη την στιγμή οι δυο μπάτσοι άρχισαν να βρίζουν και τότε παρατηρήσαμε ότι είχαν έρθει μόνοι τους χωρίς κάποια υποστηρικτική αστυνομική δύναμη. Έτσι κάποιοι από εμάς κινήθηκαν προς το μέρος τους και ο Αλέξανδρος ο οποίος είχε πάει πιο μπροστά τους πέταξε κάτι μπουκάλια μπύρας από αυτά που πίναμε. Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα ο Κορκονέας έβγαλε το όπλο του και ολοκλήρωσε με σφαίρες την συγκεκριμένη αντιπαράθεση που είχε ξεκινήσει πριν λίγη ώρα.

Μια σφαίρα στην καρδιά του Αλέξανδρου για να κλείσει ο κύκλος της παντοδυναμίας της κρατικής μηχανής. Μια κηλίδα από αίμα στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου για να ανοίξει ο κύκλος της εξέγερσης που έκανε συντρίμμια την έννομη τάξη και έσπειρε το χάος και την αναρχία σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας.

Πηγή:  iefimerida.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου