Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

O πρώτος ξένος επενδυτής στο Ιράν ήταν ο ιδρυτής του πρακτορείου Reuters !!!– Τι περιελάμβανε η συμφωνία του 1872 και τι ακολούθησε


Άρθρο του Βασίλη Γαλούπη
     στο topontiki.gr

Με την άρση των πολυετών κυρώσεων, το Ιράν ανοίγει την οικονομία και την κοινωνία του σε ξένες επενδύσεις και κεφάλαια. 
Ηγέτες κρατών και στελέχη πολυεθνικών παρελαύνουν από την Τεχεράνη τους τελευταίους μήνες.

Οι ευκαιρίες που παρουσιάζει η χώρα των 80 εκατομμυρίων είναι, θεωρητικά τουλάχιστον, τεράστιες, σε κάθε τομέα οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό, πάντως, που πολλοί αναρωτιούνται είναι το κατά πόσο οι συντηρητικοί κύκλοι της Τεχεράνης θα επιτρέψουν πράγματι το κομβικής σημασίας άνοιγμα της οικονομίας της χώρας, αφού οι εχθρικές αντιλήψεις προς ξένους επιχειρηματίες είναι βαθιά ριζωμένες.

Δεν είναι η πρώτη φορά, πάντως, που το θεοκρατικό Ιράν επιχειρεί να συνεργαστεί με Ευρωπαίους επιχειρηματίες.

Στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, το Ιράν πραγματοποίησε δυο ιστορικές συμφωνίες.

Η πρώτη ήταν το 1872, με τον Γερμανό Paul Julius von Reuter. 
Πρόκειται για τον ιδρυτή του πασίγνωστου διεθνούς πρακτορείου ειδήσεων Reuters.
 Ήταν επιχειρηματίας, δημοσιογράφος, πρωτοπόρος της τηλεγραφίας και της μετάδοσης ειδήσεων.Εκείνη την χρονιά, ο μονάρχης του Ιράν, Νάσερ Αλ-Ντιν Σαχ αντιμετώπιζε τεράστιες ανάγκες για κεφάλαια, προκειμένου να στηριχθεί η κεντρική κυβέρνηση. Τότε αποφάσισε να έρθει σε επαφή με ξένες επενδύσεις. Έτσι, υπέγραψε συμφωνία με τον Reuter για σειρά εκχωρήσεων. Συγκεκριμένα, του έδινε αναπτυξιακά δικαιώματα πάνω σε εργοστάσια, στο οδικό δίκτυο, στις φυσικές πηγές, στους τηλεγράφους και πολλά ακόμη δημόσια έργα της χώρας. Σε αντάλλαγμα για ένα καθορισμένο χρηματικό ποσό που θα πληρωνόταν για πέντε χρόνια και μια συμφωνία διανομής κερδών για 20 χρόνια.

Το ντιλ ήταν ιστορικής σημασίας για το Ιράν, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ήταν τόσο μεγάλη η αντίσταση από εγχώριους κύκλους που τελικά η Τεχεράνη ανακάλεσε την συμφωνία με τον Paul Julius von Reuter ένα χρόνο μετά την σύναψή της.

Μετά από 29 χρόνια, το 1901 το Ιράν έκλεισε μια συμφωνία με τον Άγγλο επιχειρηματία William Knox D’Arcy. Ήταν μια κίνηση που έμελλε να καθορίσει το Ιράν του 20ου αιώνα. Ο D’Arcy, που είχε αποκτήσει τον πλούτο του από εκμετάλλευση ορυχείων στην Αυστραλία, εξασφάλισε παραχώρηση από τον μονάρχη του Ιράν Μοζαφάρ Αλ-Ντιν Σαχ για το δικαίωμα αναζήτησης κοιτασμάτων πετρελαίου. Η συμφωνία προέβλεπε χρονική διάρκεια 60 ετών και κάλυπτε ολόκληρα τα αποθέματα σε πέντε επαρχίες στο βόρειο Ιράν.

Σε αντάλλαγμα, ο D’Arcy θα κατέβαλλε το ποσό των 20.000 λιρών και άλλες 20.000 λίρες σε μετοχές. Επιπρόσθετα, θα έδινε και το 16% των ετησίων κερδών του.

Ο Βρετανός επιχειρηματίας κατάφερε να βρει πετρέλαιο τον Μάιο του 1908. Ένα χρόνο αργότερα, ίδρυσε την αγγλο-περσική πετρελαϊκή εταιρία (APOC), που μεταγενέστερα έγινε γνωστή με το όνομα British Petroleum.
Η λειτουργία της πετρελαϊκής εταιρίας στο Ιράν αποτέλεσε την πηγή μόνιμης οργής και διαμάχης στο εσωτερικό της χώρας για δεκαετίες, μέχρι που το 1951 η Τεχεράνη κρατικοποίησε τα πετρέλαια, ακυρώνοντας το συμβόλαιο παραχώρησης και απαλλοτριώνοντας την εταιρική περιουσία στο Ιράν.

Αυτές ήταν οι δυο πρώτες ιστορικά χαρακτηριστικές επαφές του Ιράν με τα ξένα κεφάλαια και τον καπιταλισμό. Στο σημερινό Ιράν υπάρχουν δυο αντίρροπες τάσεις. Η μία που όχι μόνο ανοίγεται αλλά και επιζητά την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και η άλλη, που θεωρεί ότι ένα άνοιγμα θα στερήσει εξουσίες από το Σύστημα, όπως αποκαλούν οι Ιρανοί τους συντηρητικούς κύκλους της πολιτικής σκηνής.
Όπως και να έχει, αυτή την στιγμή το πρώτο μεγάλο κύμα ξένων επενδυτών έχει ήδη ξεκινήσει να υπογράφει ντιλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου